Ζώντας μια τριετία με mountain ποδήλατο μπροστινής ανάρτησης, είχα εκτιμήσει αφάνταστα τον all around χαρακτήρα του. Πάει ικανοποιητικά στην άσφαλτο, συμπαθητικά στο πατημένο χώμα. Δεν είναι πολύ βαρύ, δεν είναι πολύ ακριβό, δε σπάει, δε χαλάει. Δεν έχει τον ντελικάτο χαρακτήρα της κούρσας, όπου ξεχνάς λακούβες και πεζοδρόμια. Όσο όμως περισσότερο ασχολείσαι με κάτι, τόσο περισσότερο εξελίσσεσαι και πας παρακάτω.
Έτσι λοιπόν, κάποια στιγμή αγοράστηκε μια κούρσα για τις ασφάλτινες διαδρομές και την ερωτεύτηκα όσο δεν πήγαινε. Ταυτόχρονα, μπόρεσα να φορέσω χωμάτινα ελαστικά στο ΜΤΒ, αφού πια θα προοριζόταν μόνο για βουνίσιες απολαύσεις. Το θέμα είναι πως τα hardtail (mountain με μπροστινή ανάρτηση) έχουν νόημα ως ποδήλατα που κάνουν τα πάντα. Αν τα προορίζεις μόνο για βουνό, τότε η κατηγορία που σου ταιριάζει είναι τα διπλής ανάρτησης.
Πάνε περίπου 2 εβδομάδες λοιπόν από τότε που βγήκα για βόλτα στο βουνό μαζί με 2 φίλους, παρέα με 3 ποδήλατα διπλής ανάρτησης. Εκεί έγινε η ζημιά. Οδήγησα και τα τρία και απλώς... κόλλησα. Αυτά τα ποδήλατα έχουν ένα μοναδικό τρόπο να εξαφανίζουν τις φυτεμένες πέτρες και τα νεροφαγώματα του βουνού. Οι κατηφόρες γίνονται απόλαυση, περνάς από σημεία που θεωρείς ότι θα πέσεις αλλά τελικά απορείς για το πού πήγε εκείνη η κοτρόνα που έβλεπες μπροστά σου και μένουν οι ανηφόρες. Στα χαρτιά, ένα ποδήλατο διπλής ανάρτησης υστερεί στις ανηφόρες γιατί μέρος της προσπάθειας του αναβάτη καταναλώνεται στη συμπίεση της πίσω ανάρτησης. Στην πράξη όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Στον κλασικό ελληνικό χωματόδρομο, με τη φυτεμένη πέτρα, αν ο αναβάτης επιχειρήσει να κάτσει πάνω στη σέλα (γιατί ποιος μπορεί να ανέβει ολόκληρο βουνό ορθοπεταλιά?), το σώμα του θα χοροπηδάει συνέχεια από τα τραντάγματα και δε θα μπορεί να βάλει όλη του τη δύναμη στα πεντάλ. Διαπίστωσα λοιπόν ότι σε τέτοιες συνθήκες, τα διπλής ανάρτησης υπερτερούν
και στα ανηφορικά κομμάτια.
Μετά από εκείνη τη βόλτα, ήξερα ότι το hardtail έπρεπε να αντικατασταθεί από ένα διπλής ανάρτησης οπωσδήποτε. Η βόλτα του περασμένου Σαββάτου στον επιβεβαίωσε του λόγου το αληθές. Το να κοπανιέμαι για περισσότερες επί δύο ώρες ήταν μια αποκαρδιωτική εμπειρία σε σχέση με αυτό που είχα ζήσει μια εβδομάδα νωρίτερα.
Το κακό είναι πως τα ποδήλατα διπλής είναι ακριβά. Ενδεικτικά να αναφέρω πως επισκεπτόμενος τα τρία γνωστότερα ποδηλατάδικα της περιοχής μου, ανακάλυψα ότι το φθηνότερο μοντέλο αρχίζει από τα 1.300+ ευρώ. Κι αυτό επειδή ήταν σε προσφορά. Έτσι, βρέθηκα με 3 επιλογές:
1) Μεταχειρισμένο. Η πιο λογική επιλογή. Όταν τα 4 αυτοκίνητα και τα 2 ποδήλατα που έχουν περάσει από τα χέρια σου, έχουν αγοραστεί όλα μεταχειρισμένα, δεν έχεις λόγο να αλλάξεις τη συνταγή.
2) Καινούριο Ideal. Τη συμπαθώ πολύ και χαίρομαι για την made in Greece ετικέτα της, ακόμα και αν δεν αντιπροσωπεύει απόλυτα την αλήθεια. Όμως, η γκάμα της έχει τρομερό κενό. Το πραγματικά αξιόλογο μοντέλο της τιμάται πάνω από 1.500 ευρώ, ενώ το αμέσως φθηνότερο στα 760, με πολύ μέτρια περιφερειακά. Ούτε το ένα μπορώ να αποκτήσω, ούτε το άλλο θα με καλύψει.
Πάμε λοιπόν στο προφανές, στο μεταχειρισμένο. Κι εδώ πέφτει το μεγάλο κλάμα γιατί δεν υπάρχει τίποτα σε μέγεθος XL. Σε όλο το car, στις τόσες εκατοντάδες διπλής ανάρτησης, υπήρχε μόνο ένα XL. Η συνταγή γνωστή και δοκιμασμένη: καθημερινός έλεγχος των νέων αγγελιών της Αττικής, 2 και 3 και 4 φορές την ημέρα. Παρά το ξεσκόνισμα για περισσότερο από ένα 10ήμερο (και όποιο άλλο site αγγελιών υπάρχει), η οικτρή αλήθεια παρέμενε. Το μοναδικό XL full suspension ήταν το ένα στο car κι άλλο ένα στο podilates, ένα χάλι του 2004 που πουλιόταν από το Μάρτη του 2011.
Είχα αρχίσει να απελπίζομαι και να σκέφτομαι ότι μάλλον συμφέρει να πάρω ένα large (που υπάρχει μεγάλη προσφορά μεταχειρισμένων) και με ένα ψηλό παλουκόσελο και ένα μακρύ λαιμό τιμονιού να κοιτάξω να το φέρω (υποτυπωδώς) στα μέτρα μου. Αυτή θα ήταν η τελευταία μου λύση, αφού πρώτα θα εξέταζα το μοναδικό διαθέσιμο του car. Όταν υπάρχει μόνο ένα διαθέσιμο προϊόν, δεν έχεις και πολλές ελπίδες να είναι καλό, σε καλή τιμή και προσεγμένο.
Κι όμως, ήταν. Αγορασμένο από επαγγελματία μπασκετμπολίστα (2 μέτρα μπόι λέμε), με 2 προπονήσεις την ημέρα και αγώνες, είχε κάνει στην κυριολεξία 5 βόλτες. Γιατί αυτά τα ποδήλατα δεν είναι για την πόλη, οπότε η χρήση τους απαιτεί παραπάνω θυσίες και ρίσκα σε χρόνο και κίνδυνο τραυματισμού, που ένας επαγγελματίας αθλητής δε δέχεται (και καλά κάνει) να πάρει. Ως εκ τούτου, το ποδήλατο ήταν καινούριο κι ο μόνος που το είχε χαρεί ήταν η υπόγεια αποθήκη του σπιτιού του πρώτου ιδιοκτήτη.
Να μαι λοιπόν με το θηριώδες (μόνο downhillάδικα είναι πιο επιβλητικά στην όψη) Specialized XC FSR

Μπροστινή ανάρτηση Rock Shox Tora SLite, με διαδρομή 120 mm (θεωρείται πάρα πολύ αξιόλογη):

Πίσω ανάρτηση X Fusion 02RLA (αυτή δεν είναι κάτι το πραγματικά ξεχωριστό, τουλάχιστον σε φήμη):

Γενικώς φοράει Shimano Deore, με εξαίρεση το πίσω ντεραγιέ που είναι Shimano SLX. Τις ακριβείς προδιαγραφές του μοντέλου μπορείτε να τις δείτε εδώ:
http://www.specialized.com/us/en/bikes/archive/2010/fsrxc/fsrxc#specsΗ μοναδική αλλαγή είναι τα υδραυλικά δισκόφρενα που είχε προνοήσει να φορέσει ο προηγούμενος ιδιοκτήτης.
Φορτώνουμε λοιπόν τα απαραίτητα έξτρα (αποθηκευτικοί χώροι, προβολέας)

και βουρ για τον Κρεμαστό Λαγό στη Βούλα

Η πρώτη βόλτα αποκάλυψε ένα πολύ ξεκούραστο ποδήλατο στις ασφάλτινες ανηφόρες (κλείδωμα και στις δύο αναρτήσεις, πολύ κοντές σχέσεις, σωστό μέγεθος για το σώμα μου), κάτι που δεν περίμενα. Στο χωματόδρομο είναι πραγματικός οδοστρωτήρας, κάτι αντίστοιχο με το ΚΤΜ Bark των 3.500 ευρώ που είχα οδηγήσει πριν 2 εβδομάδες. Το ότι το Specialized κόστισε το 1/5 είναι το κερασάκι στην τούρτα. Αν μετά από ένα τέτοιο κτήνος οδηγήσεις ένα hardtail με μια ήπια 100άρα ανάρτηση, σου φαίνεται ψεύτικο, παιχνίδι. Πραγματικός έρωτας το Specialized...

ΥΓ. Ο πιστός σύντροφος (GT Avalanche 2.0) διατίθεται προς πώληση. Στοιχεία και φωτογραφίες μπορείτε να δείτε στην υπογραφή μου. Είναι πολύ αξιόπιστο και γερό ποδήλατο. Και μην πιστεύετε την τιμή στο car, με 2 κατοσταρικάκια δικό σας.
